Ζώντας στην εποχή των παγετώνων, με την μεταφορική έννοια, στην εποχή που παγώνει το αίμα και το συναίσθημα απέναντι από μικρές και μεγάλες οθόνες, ανατρέχουμε στη θέρμη της Τέχνης. Της Τέχνης που εκπαιδεύει από κούνιας ή είναι το ίδιο το κύτταρό μας που καθοδηγεί την πένα να “γεννάει” χωρίς ωδίνες λέξεις και νοήματα που μας λυτρώνουν
Η συγγραφέας Αργυρώ Αγγελίνα – Ζωγράφου, λάτρης της γενέτειράς της Λιβαδειάς και του ευφάνταστου, αφαιρετικού, ποιητικού λόγου, στοχάζεται καθώς γράφει και ζωγραφίζει με τη γραφίδα της έναν άλλο κόσμο, από αυτόν που βιώνει”. Η έμπνευσή της είναι “λέξη πνιγμένη στο μελάνι μιας παλιάς πένας”, όπως λυρικά περιγράφει.
* Καλώς όρισες στην «Ανήσυχη Πένα» Αργυρώ μου, στις αρχές μιας νέας περιόδου, καθώς οδεύουμε προς τον χειμώνα. Αν, ως ποιήτρια, επέλεγες εποχή ακούγοντας τις «Τέσσερις Εποχές» του Βιβάλντι, ποια θα ήταν αυτή;
Απ: Καλώς συναντηθήκαμε, Κατερίνα, σ’ ευχαριστώ για την ευκαιρία να ανησυχήσει και για μένα λίγο η πένα σου.
Όσο για τις «Τέσσερις εποχές», επιλέγω και τις τέσσερις… και μια πέμπτη που δεν συνέθεσε ο Βιβάλντι και δε ζωγράφισε ο Τσαρούχης. Κρύωσα, ζεστάθηκα, μελαγχόλησα, άνθισα! Τι να αφαιρέσεις, αλυσιδωτή ομορφιά και φως πλημμυρισμένες και οι τέσσερις, με διαπότισαν και τις γεύτηκα.
* Έχουμε δυο κοινά σημεία, επίτρεψέ μου να πω ότι συναντηθήκαμε συγγραφικά στην έκδοση του βιβλίου « Το Ποτάμι» του Συλλόγου «Αναπνοή», στο πλαίσιο του «Town by the River Festival”, εφέτος το καλοκαίρι στη Λιβαδειά και καταγόμαστε από την ίδια πόλη. Ευτυχής σύμπτωση για μένα! Πόσο συναίσθημα αντλείς από τη γενέτειρά σου;
Απ: Η συνάντησή μας, αναπάντεχη συγκυρία, θα έλεγα ότι ανήκει στην πέμπτη εποχή, αυτήν που λησμόνησαν να υμνήσουν και είναι κάπως μεταφυσική, σα να γνωριζόμασταν από πριν, σα να περιμέναμε στην ίδια στάση το λεωφορείο για το λογοτεχνικό μας ταξίδι.
Όσο για το πόσο συναίσθημα αντλώ από τη γενέτειρά μου, ας μου επιτρέψεις να απαντήσω με στίχους:
«Νοσταλγία του εφήμερου
συνηθισμένες δουλειές μιας μέρας στο σπίτι
αναπάντεχα με ξεσήκωσαν
απ’ το πρεβάζι γερά κρατήθηκα
θηλύκωσα την απόσταση
κι εξομολογήθηκα στο «κλεινόν άστυ»:
Πόνεσα τη γενέτειρααααα!»
*Διαβάζοντας μια συνέντευξή σου στο διαδίκτυο, υπογράμμισα δυο φράσεις: “ To δαιμόνιο της συγγραφής χτίζεται» και το υπέροχο «Το κουκούλι δεν ακολουθεί την πεταλούδα στο πέταγμά της, ούτε την εμποδίζει να είναι ζηλευτά πανέμορφη». Θα μπορούσες να αναπτύξεις με λίγα λόγια το νόημά τους;
Aπ: Το δαιμόνιο της συγγραφής είναι σαν το κουκούλι του μεταξοσκώληκα, αν δεν το επεξεργαστείς, θα παραμείνει ανούσιο, άχρωμο, αδιάφορο κι η πεταλούδα το γνωρίζει καλά αυτό, αφού στο ίδιο «σπίτι» μεγάλωσε, γι’ αυτό και σχεδίασε, χρωμάτισε, πρωτοτύπησε με τα φτερά της.
* Εμβαθύνοντας συχνά πυκνά σε σκέψεις και ποιήματα στο διαδικτυακό σου προφίλ, διακρίνω την ποιητική φλέβα να διαπερνά τον γραπτό λόγο σου, μια ροπή προς τους έμμετρους συμβολισμούς και ένα αλληγορικό στίγμα, δείγμα, κατ΄ εμε, μιας ρεαλιστικής προσέγγισης της κοινωνίας. Σε ποιο βαθμό η συγγραφή είναι για σένα και βιωματική;
Απ: Εκφράζομαι και τοποθετούμαι μέσα από τα βιώματά μου. Πρώτα κοιτάζω μέσα μου και μετά, στο ξεχείλισμα της ψυχής, γεμίζω το καλούπι τής καθημερινότητας που θα δημιουργήσει τον ήρωα με τον οποίο θα συμπλεύσω και θα διαλεχθώ.
* Επτά βιβλία με τελευταίο το «Έρκυνα η ποιήτρια», γραμμένο για το ποτάμι της Λιβαδειάς με τη δική σου, οπτική. Οι τίτλοι τους έλκουν το μάτι και το ένστικτο του αναγνώστη να γνωρίσει τις πηγές της έμπνευσής σου. Η έμπνευσή σου θα μπορούσε να περιγραφεί ή πηγάζει αυθόρμητα;
Aπ: Τίτλος: «Αυθόρμητη περιγραφή της έμπνευσης»
Για μένα η έμπνευση είναι Χίμαιρα, έχει το κύρος τού αρχέτυπου,
την αδυναμία τού πρωτόλειου. Είναι λέξη πνιγμένη στο μελάνι παλιάς πένας,
αγεφύρωτα κενά ενοχικής μνήμης, κυμάτων αφρός αριστοτεχνικά σπαρμένος στα δυσθεώρητα ύψη τους, κύκνειο άσμα…
* Την προηγούμενη εβδομάδα, σε ειδική τελετή, σου απονεμήθηκε έπαινος από τον Φιλολογικό Σύλλογο «Παρνασσός», για τη συλλογή δέκα ποιημάτων σου. Σε τι αφορούν και ποια είναι τα συναισθήματά σου γι΄ αυτή την τιμητική διάκριση;
Απ: Είναι δέκα ποιήματα ρεαλιστικά καλούν για ισότητα, τόλμη, έρωτα.
Πώς αισθάνθηκα… ακούστηκε σαν κούκος ρολογιού, να φωνάζει αμέτρητες φορές «Ζήσε, κέρδισε, χάσε!». Κρατάς μία λέξη, εγώ κράτησα «ζήσε».
* Αν σε μια πρόταση, ως άνθρωπος και ως συγγραφέας, μπορούσες να αυτοπροσδιοριστείς, σε μια εποχή που μαστίζεται από βία και υπερκαταναλωτισμό, τι θα έλεγες;
Απ: Αρνούμαι σ’ έναν αιμοσταγή κόσμο να ζήσω χωρίς φόβο. Ποιες γλώσσες να μάθω
για ν’ αυτοπροσδιοριστώ, που ξέρω μόνο αυτήν της μάνας μου την τρυφερή,
δεν φθάνει η φαντασία ν’ αφομοιώσει καταιγισμούς πολέμων και συναλλαγών για να νιώσω άνθρωπος.
Χάρισμα και εκπαίδευση να περιγράψεις κάτι άυλο, όπως είναι η έμπνευση. Αφρός κύματος αριστοτεχνικά σπαρμένος με το κύρος του αρχέτυπου, την αδυναμία του πρωτόλειου, κύμα είναι, πάντα με την ποίηση.



